Η μέρα του γάμου: Με το ξημέρωμα της Κυριακής άρχιζαν και όλες οι ετοιμασίες για το γαμήλιο γλέντι. Οι μάγειροι ετοίμαζαν τα φαγητά, άλλοι έστρωναν και ετοίμαζαν τα τραπέζια ενώ οι μουσικοί αφού κούρδιζαν τα όργανα τους, έπαιρναν τη θέση τους και άρχιζαν να παίζουν.

Την Κυριακή γίνεται ο στολισμός της νύφης του χωριού και του γαμπρού για το γάμο. Έτσι μετά το μεσημέρι οι κοπέλες του χωριού καλοντυμένες συγκεντρώνονταν στο σπίτι της νύφης, όπου οι  κουμπάρες αναλάμβαναν να στολίσουν τη νύφη. Αφού της χτένιζαν τα μαλλιά άρχιζαν να τη μακιγιάρουν. Καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας του στολίσματος οι μουσικοί παίζουν και τραγουδούν. Μόλις τέλειωνε ο στολισμός της νύφης ακολουθούσε το ζώσιμο της με ένα κόκκινο μαντήλι από τη μητέρα της (επιβεβαίωση της παρθενικότητα της νύφης).

Μετά το στόλισμα της νύφης οι μουσικοί πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όπου τους περίμεναν ο γαμπρός, οι κουμπάροι, ο κουρέας του χωριού και άλλοι. Οι μουσικοί αρχίζουν το τραγούδι, ενώ ο κουρέας φρόντιζε να περιποιηθεί τα μαλλιά του γαμπρού, το μουστάκι του, να τον ξυρίσει και οι κουμπάροι τον ντύνουν.


Αφού ετοιμαστεί ο γαμπρός μεταβαίνει στο σπίτι της νύφης για να την παραλάβει για την εκκλησία. Με επικεφαλής τα μουσικά όργανα η πομπή ξεκινά για την εκκλησία. Ακολουθεί ο παπάς με το θυμιατό, πίσω του ο γαμπρός με τον πατέρα του, πιο πίσω η νύφη με τον πατέρα της και μετά ο άλλος κόσμος. Όταν έφθαναν στην εκκλησία, σταματούσε η μουσική, η καμπάνα έπαυε να χτυπά και όλοι έμπαιναν στην εκκλησία για τα στεφανώματα.

Αφού όλοι έπαιρναν τις θέσεις τους αρχίζει το μυστήριο. Την ώρα που ο ιερέας έψαλλε το «Ησαΐα χόρευε» μαζί με το αντρόγυνο έδιναν κύκλο και οι κουμπάροι, τους ράντιζαν με ρύζι, σιτάρι, βαμβακόσπορο και νομίσματα και μερικοί φίλοι τους για να τους πειράξουν τους χτυπούσαν πάνω στη ράχη, χωρίς να μπορούν να διαμαρτυρηθούν. Το έθιμο αυτό αν και έχει απαγορευθεί από την εκκλησία εξακολουθεί να γίνεται σε κάποιες περιοχές.


Μετά το τέλος του μυστηρίου ξανασχηματίζεται η πομπή για τον γυρισμό στο σπίτι. Μπροστά πηγαίνουν τα μουσικά όργανα, ο σταυρός και τα εξαπτέρυγα, ο ιερέας και το αντρόγυνο. Στο πέρασμα τους οι πόρτες ανοίγουν και οι νοικοκυρές θυμιάζουν το νέο αντρόγυνο με ελιά και το ραντίζουν με ροδόσταγμα ή σιτάρι.

Αφού έφταναν στο σπίτι το αντρόγυνο  καθόταν πάνω σε ένα καναπέ ενώ κάποιοι ασχολούνταν με τα κεράσματα. Το κέρασμα ήταν λουκούμι, παστίτσι, μπισκότο ή γλυκό του κουταλιού.  Η νύφη δεν μπορούσε να ασχοληθεί  με τα κεράσματα, αλλά έπρεπε να κάθεται και να «καμαρώνει» δηλ. να μένει σοβαρή μέσα στα πέπλα της και να βλέπει χάμω.


Τα εσπερινά της Κυριακής ένας ή δύο νέοι, συγγενείς του αντρογύνου γύριζαν το χωριό για να καλέσουν τους χωριανούς στο γαμήλιο τραπέζι. Οι νέοι ήταν εφοδιασμένοι με μαγάρες με τις οποίες κτυπούσαν τις πόρτες και καλούσαν τον κόσμο λέγοντας «Να κοπιάσετε στα τραπέζια».

Το βράδυ της Κυριακής περνά με τραπέζια, μουσική, χορούς και τραγούδια. Το αντρόγυνο έμενε με τους καλεσμένους ως αργά και δεν αποχωρούσε μέχρις ότου φύγουν όλοι. Πολλοί όμως είτε για να διασκεδάσουν, είτε για να πειράξουν τον γαμπρό δεν έφευγαν από το γλέντι. Τότε οι βιολάρηδες έπαιζαν τον «πολογιαστόν» δηλ. τον αποχαιρετιστήριο σκοπό, έτσι οι καλεσμένοι ήταν υπόχρεοι να αποχωρήσουν. Μετά την αποχώρηση των καλεσμένων, το αντρόγυνο απεσύρετο στο ιδιαίτερο του δωμάτιο.

Το πρωί θα τοποθετηθεί σε πανέρι το μεσάλι δηλ. το σεντόνι με το παρθενικό αίμα της νύφης, απόδειξη ότι η νύφη ήταν αγνή παρθένα προς του γάμου της.

 

JSN Epic template designed by JoomlaShine.com